επιψήφιση

η (AM ἐπιψήφισις)
επικύρωση με ψηφοφορία
αρχ.
ακριβής μέτρηση, υπολογισμός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιψήφιση — η η επικύρωση με την ψήφο, υπερψήφιση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιψηφίσῃ — ἐπιψηφίσηι , ἐπιψήφισις calculation fem dat sg (epic) ἐπιψηφίζω put to the vote aor subj mid 2nd sg ἐπιψηφίζω put to the vote aor subj act 3rd sg ἐπιψηφίζω put to the vote fut ind mid 2nd sg ἐπιψηφίζω put to the vote aor subj mid 2nd sg ἐπιψηφίζω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιψηφιστής — ἐπιψηφιστής, ὁ (Α) αυτός που προτείνει κάτι για επιψήφιση …   Dictionary of Greek

  • προβουλεύω — ΝΑ, αιολ. τ. προβολλεύω Α νεοελλ. (η μετχ. παθ. παρακμ.) προβεβουλευμένος, η, ο προσχεδιασμένος, προμελετημένος αρχ. 1. σκέπτομαι ή αποφασίζω κάτι εκ τών προτέρων 2. (στην Αθήνα και για τη βουλή) κρίνω και αποφασίζω προκαταρκτικώς, αποφαίνομαι με …   Dictionary of Greek

  • προβούλευμα — το, ΝΑ [προβουλεύω] (στην αρχ. Αθήνα και στο αττ. δίκ.) προκαταρκτική απόφαση ή διάταξη ή σχέδιο νόμου το οποίο μετά από την επιψήφιση τής εκκλησίας τού δήμου επικυρωνόταν και καθίστατο βούλευμα, απόφαση νεοελλ. (κατά την προϊσχύσασα ποιν. δικ.)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.